Βαθειά Νερά
- Oct 27, 2017
- 14 min read
Ακόμη ένα χειμωνιάτικο βράδυ με βρίσκει έγκλειστο στο μικρό μου διαμέρισμα. Έξω βρέχει καταρρακτωδώς. Δεν κυκλοφορεί κανείς. Μόνο μερικά αμάξια που κάνουν την γύρα τους με πολύ χαμηλές ταχύτητες. Αντιθέτως το ουίσκι που ρίχνω στο ποτήρι μου εξαφανίζεται με γοργούς ρυθμούς. Είμαι καθισμένος μπροστά από τον υπολογιστή μου τουλάχιστον μια ώρα. Θέλω να γράψω αλλά οι αναθεματισμένες λέξεις δεν κάνουν την εμφάνιση τους. Το μόνο που έχω καταφέρει είναι να προσβλέπω επιμόνως μια λευκή οθόνη, άδεια χωρίς καμία λέξη να την στολίζει. Έφερα λοιπόν το μπουκάλι με το ουίσκι που έχω για αυτές τις περιστάσεις. Κατά καιρούς η σκέψη μου δεν είναι αποτελεσματική νηφάλια, γι’αυτό αναγκάζομαι στιγμές όπως τώρα να την νοθεύω. Κάποιες μεθυσμένες λέξεις έβγαιναν έτσι. Οι λέξεις ήταν αυτό που έψαχνα άλλωστε. Καθώς το βράδυ μου κυλούσε έτσι, χτυπάει ξαφνικά η πόρτα. Σηκώνομαι και πάω προς τα εκεί. «Ποιος είναι;» «Ο Αχιλλέας είμαι. Άνοιξε.» Ο Αχιλλέας ήταν παιδικός μου φίλος και αυτός που με μύησε στο κόσμο της γραφής. Ανοίγω λοιπόν την πόρτα. «Καλά τι κάνεις τέτοια ώρα έξω; Είσαι και μούσκεμα. Βραδινές εξορμήσεις για μπανάκι;» «Όπως πάντα πολύ αστείος Τζόνυ. Βρέχει λιγάκι έξω ξέρεις.» «Ναι κάτι ψυλλιάστηκα. Τελικά δεν μου είπες. Πως και από δω;» «Ήρθα να σου πω να ετοιμάσεις τα πράγματα σου. Φεύγουμε αύριο. Έκλεισα εισιτήρια. Πρέπει να ξεφύγουμε από το γκρι και την μιζέρια.» «Αυτός ο αυθορμητισμός σου με τρελαίνει. Μα καλά και εσύ λίγες ώρες πριν το ταξίδι αποφάσισες να με ενημερώσεις;» «Σιγά ρε φίλε. Δεν θα διασχίσουμε και κανέναν ωκεανό. Θα πάμε για λίγο καιρό στο νησί. Ετοιμάζω κάτι καλό. Έχω πολύ υλικό στο κεφάλι μου. Θέλω απλά να πάω να ηρεμήσω ώστε να το γράψω. Μην το σκέφτεσαι και πολύ.» «Τέλος πάντων, ας κάνουμε ότι νομίζεις.» Το έπαιρνε πολύ στα σοβαρά το άθλημα ο Αχιλλέας. Το είχε κιόλας. Όταν σου έδινε έτοιμο υλικό, δουλεμένο υλικό να διαβάσεις δύσκολα έλεγες κάτι αρνητικό. Ποτέ δεν σε άφηνε να δεις κάποιο έργο του μισοτελειωμένο. Ούτε καν το θέμα δεν σου έλεγε. Μόνο έτοιμα δουλεμένα γραπτά ήταν αυτά που έδειχνε στον κόσμο. Πολλές φορές τον έχανα για βδομάδες ολόκληρες. Όταν το έπαιρνε απόφαση πως θα κάτσει να γράψει δεν σηκωνόταν προτού γράψει κάτι συναρπαστικό. Φυσικά δεν άφηνε κανέναν να σταθεί εμπόδιο σε αυτό. Ήρθαμε λοιπόν στο νησί με τον Αχιλλέα. Είχε ένα σπίτι εδώ, των παππούδων του. Ένα μικρό σπίτι, ότι πρέπει για δύο άτομα. Είχε ένα αρκετά μεγάλο μπαλκόνι με θέα ψηλούς φοίνικες και την βαθειά μπλε θάλασσα. Αφήσαμε στην άκρη για λίγο τον σαματά και την βαβούρα της πόλης. Θέλαμε να έρθουμε σε επαφή με την γαλήνη και την ηρεμία, και την λιακάδα που συνόδευε αυτές τις αρετές. Μου είχε πει ο Αχιλλέας «Θα ξυπνάμε με την αυγή. Ο ήλιος θα μας κάνει παρέα στον πρωινό καφέ. Το κελαηδητό των πουλιών θα μας χαϊδεύει τα αυτιά» και άλλες τέτοιες σαχλαμάρες, οι οποίες όπως φαινόταν είχαν αποτέλεσμα. Για εκείνον τουλάχιστον. Καθόμασταν μαζί, στο μπαλκόνι, να γράψουμε. Δεν μιλούσαμε καθόλου. Εκείνος μερικές φορές έγραφε στον υπολογιστή του και άλλες χειρόγραφα στο τετράδιο. Όπως και να είχε πάντως τα χέρια του έπαιρναν φωτιά, είτε δακτυλογραφούσε είτε σχημάτιζε όμορφες λέξεις με την πέννα του. Εγώ πάλι είχα κολλήσει στην ίδια κατάσταση που ήμουν και στην πόλη. Κοιτούσα την άδεια μου οθόνη ενώ η πέννα του Αχιλλέα χόρευε ρομαντικά μέσα στις φλόγες. Πήγα στο ψυγείο να πιάσω καμιά μπύρα. Έφερα και στον Αχιλλέα μια. «Έλα σου έφερα μπύρα.» «Αυτά είναι. Ωραίος» «Πως πάει; Γράφεις μπόλικα βλέπω.» «Ναι όπως είπα είχα υλικό στο κεφάλι μου προτού έρθουμε. Μένει μόνο να το γράψω. Εσύ γράφεις τίποτα;» «Μπα. Έπαθα το σύνδρομο της λευκής οθόνης» «Μιλάμε αυτό το χιούμορ σου είναι καθηλωτικό έτσι;» «Βέβαια.» «Ξέρω γιατί δεν μπορείς να γράψεις. Επειδή αντί να κάτσεις να βάλεις το μυαλό σου να επικεντρωθεί στο τι θα γράψεις, επικεντρώνεσαι στο ότι δεν γράφεις και αναρωτιέσαι τι μπορεί να κρύβεται στην δική μου οθόνη.» «Ενδιαφέρον.» Σαφώς και είχε δίκιο. Με ήξερε πολύ καλά. Ίσως καλύτερα και από ότι με ξέρω εγώ. Δεν ήταν πολύ μεγαλύτερος, κάνα δυο χρόνια με περνούσε. Αλλά είχε σοφία που ταίριαζε σε μεγαλύτερο. Με καθοδηγούσε στην καθημερινότητα μου και τον θαύμαζα για αυτό. Ξεκίνησα να γράφω μερικές αφηρημένες σκέψεις στον υπολογιστή μου αλλά δεν οδηγούσε πουθενά αυτό. Είχα σκαλώσει. Μιας και δεν έγραφα τίποτα αξιόλογο σηκώθηκα και αποφάσισα να πάω μια βόλτα παραλιακά. Μπορεί με λίγο περπάτημα δίπλα στην θάλασσα να μου ερχόταν η έμπνευση. Άφησα και τον Αχιλλέα να γράψει με την ησυχία του, όχι ότι ήμουν εμπόδιο στην γραφή του, δεν μπορούσα καν να γίνω. Είχε πάρει μπρος για τα καλά. Φεύγω από το σπίτι και κατευθύνομαι προς την παραλία. Δεν απείχε και πολύ από το σπίτι, σε δυο τρία λεπτά είχες φτάσει. Στο δρόμο σταμάτησα σε ένα περίπτερο να πάρω μια μπύρα και τσιγάρα. Έπιασα μια μπύρα από το ψυγείο. «Γεια σας. Αυτήν εδώ την μπύρα και ένα πακέτο τσιγάρα παρακαλώ» «Τι τσιγάρα θες;» «Δεν ξέρω. Το πιο φθηνό πακέτο που έχεις.» δεν συνήθιζα να καπνίζω, αλλά που ξέρεις μπορεί να μου ερχόταν η έμπνευση έτσι. «Πάρε εδώ. Τέσσερα και πενήντα είσαι» Πήρα τα τσιγάρα και την μπύρα μου και συνέχισα να περπατάω προς την ακτή. Είχε μια προβλήτα και την περπάτησα μέχρι την άκρη. Έκατσα εκεί και έβγαλα τα παπούτσια μου για να αδειάσω την άμμο που είχε μπει μέσα. Έτσι όπως τα τίναζα, το ένα μου έπεσε μέσα στην θάλασσα. Σκέφτηκα να βουτήξω να το πιάσω. Θα έπρεπε να γδυθώ για να το κάνω. Που να τρέχεις μέσα στο μεσημέρι αποφάσισα. Είχε και περαστικούς τριγύρω. Το άφησα να κολυμπάει με τα ψάρια. Άνοιξα την μπύρα μου και ήπια μια γουλιά. Έβγαλα και ένα τσιγάρο από το πακέτο και εκεί συνειδητοποίησα πως δεν έχω τρόπο να το ανάψω. Το έβαλα ξανά μέσα στο πακέτο. Είχα φέρει μαζί μου ένα μικρό σημειωματάριο τσέπης και ένα μολύβι. Ξεκίνησα να γράφω ένα ποίημα. Εκεί που απολάμβανα την μπύρα μου γράφοντας ακούστηκε μια γλυκιά φωνή. «Τι γράφεις εκεί;» Γύρισα να κοιτάξω. Ήταν μια όμορφη κοπέλα, με μαλλιά καστανόξανθα. Τα μάτια της ήταν καταπράσινα. Φορούσε ένα κοντό μπεζ σορτσάκι και μια μωβ μπλούζα. «Τίποτα ιδιαίτερο δεν γράφω. Έλα κάθισε δίπλα μου.» ήρθε και κάθισε. «Στίχους γράφεις; Είσαι μουσικός;» «Όχι. Συγγραφέας λέω πως είμαι.» «Α μάλιστα.» «Μήπως έχεις αναπτήρα;» της είπα και εκείνη έβγαλε έναν αναπτήρα από την τσάντα της. Της έδωσα ένα τσιγάρο. Εκείνη το άναψε και ρούφηξε μια τζούρα με άνεση. Έδωσε και σε μένα τον αναπτήρα. Άναψα το τσιγάρο μου και ρούφηξα μια γερή τζούρα. Έβηξα πιο δυνατά από ποτέ. «Πω τι απαίσιο πράγμα είναι αυτό.» τώρα εξηγείται η τιμή τους, σκέφτηκα. Εκείνη με κοίταξε χαμογελώντας χωρίς να πει τίποτα. Της έδωσα πίσω τον αναπτήρα «Ευχαριστώ. Τζόνυ χάρηκα.» είπα απλώνοντας το χέρι μου προς το μέρος της « Αλίκη, παρομοίως» είπε σφίγγοντας το χέρι μου για χειραψία. «Η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων;» «Μην γίνεσαι τόσο προβλέψιμος Τζόνυ.» «Η Αλίκη μακριά από την χώρα των θαυμάτων ίσως;» «Όχι. Η Αλίκη και τα αποτυχημένα αστεία του Τζόνυ.» «Ω σκληρή είσαι βλέπω» «Δεν είμαι σκληρή. Ειλικρινής είμαι.» Δεν πρόλαβα να απαντήσω και χτύπησε το τηλέφωνο της. «Με συγχωρείς πρέπει να απαντήσω» μου είπε και απομακρύνθηκε λίγο για να μιλήσει στο τηλέφωνο. «Ναι κάνε την δουλειά σου.» είπα Επέστρεψε μετά από δυο λεπτά. «Πρέπει να φύγω» «Κάθισε λίγο, θα σου πω και άλλα αποτυχημένα αστεία.» «Θα το ήθελα αλλά δεν γίνεται. Κάτι προέκυψε.» «Εντάξει. Θες να μου δώσεις τον αριθμό σου να πάμε καμιά βόλτα κάποια στιγμή;» το σκέφτηκε λίγο. «Άντε θα στον δώσω. Φέρε το κινητό σου.» Έγραψε τον αριθμό της στο τηλέφωνο μου και έφυγε. Σηκώθηκα και εγώ μετά από λίγο, αφού ήπια την μπύρα μου, και την έκανα για σπίτι. Φτάνοντας σπίτι βρήκα τον Αχιλλέα στο ίδιο μέρος που τον άφησα. Ακόμα έγραφε. Δεν είχε σταματημό. «Ακόμα γράφεις;» «Κάτι κάνω. Πως ήταν η βόλτα;» «Καλή ήταν. Γνώρισα μια κοπέλα.» «Σώπα ρε μεγάλε. Μίλησες εσύ σε κοπέλα;» «Βασικά εκείνη ξεκίνησε την συζήτηση.» «Αναμενόμενο. Και δεν μου λες, ακόμα δεν γνωριστήκατε καλά καλά και προσπάθησε να σου βάλει τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι;» είπε βλέποντας πως είχα μόνο ένα παπούτσι μαζί μου. «Νόμιζα πως μόνο εγώ έλεγα αποτυχημένα αστεία σε αυτήν την παρέα.» «Μάλλον με κόλλησες από ότι φαίνεται» είπε στρέφοντας ξανά το βλέμμα του στην οθόνη του υπολογιστή και συνεχίζοντας να γράφει. Ίσως να με βοηθούσε η Αλίκη. Μπορεί να εξελισσόταν σε κάτι καλό όλο αυτό. Σκεφτόμουν πως αν περνούσαμε καλά μαζί και ζούσαμε ωραίες εμπειρίες θα με βοηθούσε και στο γράψιμο. Αυτό ήταν το πρόβλημα μου. Είχα πήξει τόσο καιρό στην πόλη, μέσα στο σπίτι, χωρίς δουλειά ή κάποια ασχολία και το μυαλό μου είχε στερέψει. Αυτό ήταν. Έπρεπε να ζήσω. Να βγω να μαζέψω εμπειρίες και μετά θα καθόμουν να γράψω κάτι καλό. Ήμουν αποφασισμένος. Βγήκαμε αρκετές φορές με την Αλίκη. Εγώ ήμουν έξω, τριγυρνούσα τα σοκάκια του νησιού όλη μέρα μαζί με την Αλίκη, όσο ο Αχιλλέας έλιωνε περνώντας ώρες ολόκληρες μόνος του στο σπίτι γράφοντας. Ήμουν πεπεισμένος ότι και οι δύο περνούσαμε καλά κάνοντας αυτό που μας άρεσε. Μετά από δύο εβδομάδες περίπου ο Αχιλλέας μου ανακοίνωσε πως θα φεύγαμε από το νησί. Είχε έρθει η ώρα να γυρίσουμε στην πόλη. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι είχε γράψει μια ιστορία σε μήκος νουβέλας για την οποία ήταν πολύ περήφανος. Αυτός ο ενθουσιασμός που είχε στο πρόσωπο του συνήθως όποτε τελείωνε κάποια δουλειά έλειπε αυτή τη φορά. Δεν έδωσα και πολύ σημασία ωστόσο. Εγώ δεν είχα γράψει κάτι αξιόλογο. Μερικά άστοχα ποιήματα απλώς. Είχα μαζέψει όμορφες εμπειρίες με την Αλίκη ωστόσο. Πήγα και την χαιρέτησα προτού φύγουμε. Φιληθήκαμε και της υποσχέθηκα πως θα τα ξαναπούμε σύντομα. Το βράδυ επιβιβαστήκαμε στο πλοίο. Το ταξίδι θα διαρκούσε όλη νύχτα. Δεν είχαμε καμπίνα. Καθόμασταν έξω στο κατάστρωμα για να μπορούμε να καπνίζουμε. Η θερμοκρασία ήταν χαμηλή αλλά είχε ο καθένας από ένα μπουκάλι κρασί να τον κρατάει ζεστό. Περάσαμε ένα όμορφο βράδυ. Πίναμε γελούσαμε και θυμόμασταν γκάφες που κάναμε όταν ήμασταν παιδιά, τους περίεργους καθηγητές στο σχολείο, τα σκονάκια, τους παιδικούς έρωτες και το πώς η φιλία μας είχε μείνει γερή και αναλλοίωτη ανά τα χρόνια. Το είχαμε ξεπεράσει το επίπεδο της φιλίας πια. Ήμασταν πλέον αδέλφια, οικογένεια. Καθώς συζητούσαμε παρατήρησα κάτι. Ο Αχιλλέας είχε αδυνατήσει αρκετά. Κάτι έλεγε και τον διέκοψα. «Τι έγινε ρε; Αδυνάτησες;» «Ναι έχω χάσει μερικά κιλά αυτόν τον καιρό.» «Δεν έτρωγες στο νησί;» «Με είχε συνεπάρει το γράψιμο. Έχεις δίκιο δεν έτρωγα και πολύ.» «Καλώς. Από αύριο θα πλακωθούμε στο φαγητό. Να αναπληρώσεις τα κιλά που έχασες.» «Ναι ναι εννοείται.» Αφού το διευθετήσαμε και αυτό, συνεχίσαμε να πίνουμε μέχρι το πρωί. Ήταν ένα πραγματικά όμορφο βράδυ γεμάτο συζητήσεις και γέλια. Όταν μας βρήκε η αυγή το τοπίο ήταν μαγευτικό. Ο ήλιος ξετρύπωνε σιγανά από την άκρη της θάλασσας για να μας φωτίσει για την υπόλοιπη μέρα. Φτάσαμε στο λιμάνι. Αποβιβαστήκαμε από το πλοίο και κατευθυνθήκαμε προς το αυτοκίνητο του Αχιλλέα. Το είχε παρκάρει λίγο έξω από το λιμάνι. Μπήκαμε στο αμάξι και ο Αχιλλέας ξεκίνησε να οδηγάει προς τα σπίτια μας. Φτάσαμε στην πολυκατοικία που έμενα. Δώσαμε μια φιλική χειραψία, βγήκα από το αμάξι και ανέβηκα στον τρίτο όροφο όπου ήταν το διαμέρισμα μου. Ο ανελκυστήρας δεν δούλευε και αναγκαστικά ανέβηκα από τις σκάλες. Ήμουν ακόμη λίγο ζαλισμένος από τα κρασιά και έπεσα κατευθείαν για ύπνο. Ήταν ένας πολύ γερός ύπνος. Ξύπνησα την επόμενη μέρα ξεκούραστος. Έκανα ένα ντούζ για να αναζωογονηθώ. Τηλεφώνησα στον Αχιλλέα αλλά δεν απάντησε. Ίσως κοιμάται ακόμη, σκέφτηκα. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Βγήκα στο κέντρο να περπατήσω. Έκατσα σε ένα μαγαζί για πρωινό και καφέ. Παρήγγειλα ένα απλό τοστ και ένα διπλό εσπρέσο. Τελείωσα το πρωινό μου και συνέχισα την βόλτα μου. Πήγα στην πλατεία, κάθισα σε ένα παγκάκι και τηλεφώνησα στην Αλίκη. Μιλήσαμε λίγο περί ανέμων και υδάτων. Μετά σηκώθηκα και ξεκίνησα να περπατάω προς το σπίτι. Στον δρόμο, καθώς περπατούσα ανέμελος, άλλαξα γνώμη. Θα πάω σπίτι του Αχιλλέα να δω τι κάνει, σκέφτηκα. Έμενε με τους γονείς του στο πατρικό του. Φιλοδοξούσε πως μόλις σφύριζε η έναρξη της συγγραφικής του καριέρας θα έβγαζε αρκετά χρήματα ώστε να νοικιάσει δικό του σπίτι. Εγώ είχα βγάλει μερικά χρήματα το καλοκαίρι, δουλεύοντας σερβιτόρος σε ένα ξενοδοχείο, έτσι μπορούσα να νοικιάζω το μικρό μου διαμέρισμα. Έφτασα στο κατώφλι του σπιτιού του μετά από λίγη ώρα. Χτύπησα το κουδούνι και άνοιξε η μητέρα του Αχιλλέα. «Καλησπέρα. Τι κάνετε;» «Μια χαρά είμαστε Τζόνυ. Εσύ παιδί μου; Τι κάνεις;» «Α τέλεια τέλεια. Ο Αχιλλέας;» «Λείπει από το πρωί. Ερχόταν λέει να σε βρει.» Παραξενεύτηκα, αφού καθόλου δεν τον είχα δει και ούτε στις κλήσεις μου απαντούσε. «Μπορεί να πήγε σπίτι μου. Πάω προς τα εκεί να τον βρω. Γεια σας.» «Γεια σου παιδί μου.» Πήγα πάλι πίσω στο σπίτι. Του είχα δώσει κλειδιά για το διαμέρισμα μου, ώστε να μπορεί να πηγαίνει ακόμη και αν λείπω εγώ. Σκέφτηκα λοιπόν ότι μπορεί να ήταν εκεί. Ανοίγοντας ωστόσο την πόρτα του διαμερίσματος μου, το αντικρίζω άδειο. Ούτε εκεί ήταν. Του τηλεφώνησα άλλη μια φορά αλλά χωρίς να πάρω απάντηση πάλι. Δεν μου φαινόταν και τόσο περίεργο βέβαια. Το συνήθιζε συχνά να εξαφανίζεται. Η απομόνωση τον ενέπνεε. Μερικές από τις κρυψώνες του, τις είχε φανερώσει και σε μένα, ώστε αν πραγματικά χρειαζόμουν κάτι να περνάω από εκεί μπας και τον βρω.
Ήταν κατά κύριο λόγο απομακρυσμένα, και μερικά από αυτά δύσβατα, μέρη. Ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι στις φτωχογειτονιές, όπου έμεναν μερικοί άστεγοι. Η βρωμιά του δρόμου τον έλκυε, από μικρό. Συζητούσε με τους άστεγους. Τους ζητούσε να του διηγηθούν τις ιστορίες τους και τους βοηθούσε όσο μπορούσε. Άλλο σημείο ήταν μια οικοδομή, της οποίας η κατασκευή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, κοντά στο λιμάνι. Είχαμε πάει και μαζί μια φορά. Αγναντεύαμε το φώς του φεγγαριού που χάραζε όμορφα την θάλασσα χωρίς να ανταλλάζουμε ούτε κουβέντα. Μα το συνηθέστερο, και αγαπημένο του, μέρος που εξαφανιζόταν ήταν ένα μισογκρεμισμένο σπίτι στην κορυφή ενός λόφου, με πανοραμική θέα ολόκληρης της πόλης. Τα μυστικά του κρησφύγετα δεν ήταν χώροι στους οποίους πήγαινε να γράψει, απλώς να σκεφτεί. Να αποκτήσει την έμπνευση ώστε να σχεδιάσει και να αρχίσει να πλάθει την καινούρια του ιστορία. Έκανα ακόμη ένα τελευταίο τηλεφώνημα στον Αχιλλέα χωρίς φυσικά να πάρω απάντηση. Για τις επόμενες τρείς μέρες δεν άκουσα καθόλου νέα για εκείνον. Πέρασα από μερικά πάρκα και μερικές πλατείες όπου συνηθίζαμε κατά καιρούς να πίνουμε καφέ αλλά ούτε εκεί τον βρήκα. Η μητέρα του Αχιλλέα μου τηλεφώνησε μερικές μέρες αργότερα και μου είπε πως ο Αχιλλέας γύρισε σπίτι. Δεν με καθησύχασε αυτό ωστόσο γιατί μου το είπε κλαίγοντας. Της έλεγα να ηρεμήσει και να μου πει τι συμβαίνει αλλά δεν έδινε σημασία στα λόγια μου. Συνέχισε να κλαίει. Άρχισα να πανικοβάλλομαι. Ξαφνικά η γραμμή κόπηκε. Πήρα πίσω μονομιάς. Δεν το σήκωσε κανείς αυτή τη φορά. Βγήκα αμέσως έξω από το σπίτι και ξεκίνησα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα προς το πατρικό του Αχιλλέα. Όσο έτρεχα στο μυαλό μου έρεαν σκέψεις που με τρόμαζαν για τα καλά. Έφτασα μετά από δέκα περίπου λεπτά τρέξιμο στο σπίτι του Αχιλλέα, τουλάχιστον τόσα μου φάνηκαν. Έξω από το σπίτι ήταν παρκαρισμένα ένα ασθενοφόρο και ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας. Λαχανιασμένος και καταϊδρωμένος ανέβηκα τις σκάλες. Η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη. Μπήκα στο σπίτι. «Μπορείτε να μου εξηγήσετε τι διάολο συνέβη.» φώναξα όσο πιο δυνατά μπορούσα. Δεν έδωσε κανείς σημασία. Ο πατέρας του Αχιλλέα μιλούσε σε έναν μπάτσο. «Γύρισε χθες βράδυ σπίτι το παιδί. Αργά κατά τις τρείς το πρωί. Ήμουν ξύπνιος εγώ, έβλεπα τηλεόραση. Μπήκε στο σπίτι προσεκτικά, σαν κλέφτης. Ήταν μεθυσμένος, βρωμούσε το αλκοόλ πολύ έντονα. Με είδε και ήρθε και με αγκάλιασε. Είπε πως με αγαπάει, και έμενα και την μάνα του. Και εμείς σε αγαπάμε του είπα. Υπέθεσα πως επειδή ήταν μεθυσμένος τα έλεγα αυτά. Το πρωί η μάνα του πήγε να τον δει. Είχε δέσει μια ζώνη γερά στο δεξί του μπράτσο. Μια σύριγγα ήταν καρφωμένη στο χέρι του και οι άψυχες κόρες του αντανακλούσαν στο ταβάνι του δωματίου του. Ο γιόκας μου είναι νεκρός» αναφώνησε ο πατέρας του Αχιλλέα και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Το να πω πως στο άκουσμα των λέξεων αυτών έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου θα ήταν πολύ λίγο. Γονάτισα και τα μούτρα μου ρίχτηκαν πάνω στις παλάμες μου. Ευχόμουν όλο αυτό να ήταν ένας φριχτός εφιάλτης. Δεν ήταν όμως. Μπορεί και να ήταν απλώς δεν θα ξυπνούσα ποτέ. Εκείνη την στιγμή μου φάνηκαν τα πάντα μάταια. Ακόμη και το να κλάψω μου φαινόταν μάταιο. Έφυγα από το σπίτι. Ξεκίνησε να βρέχει. Περπατούσα και πήγα και κάθισα σε μια στάση λεωφορείου. Δεν ήξερα πραγματικά τι έπρεπε να κάνω. Να κλάψω; Να φωνάξω; Ήμουν πολύ μπερδεμένος. Ένα λεωφορείο περνούσε και έκανε στάση μπροστά μου. Μπήκα μέσα και έκατσα δίπλα στο παράθυρο. Παρατηρούσα τις στάλες τις βροχής που στόλιζαν το εξωτερικό του παραθύρου ενώ πνιγόμουν στεγνά μέσα στο κενό. Πρώτη φορά στην ζωή μου ένιωθα κάτι τόσο έντονα. Κενό. Τίποτα δηλαδή. Το τίποτα μπορεί να γίνει πολύ έντονο τελικά. Ένα τίποτα που εμείς το λέμε κάτι. Εμείς; Ποιοί εμείς; Μονό εγώ έμεινα πλέον. Ίσως να τρελαίνομαι. Ίσως να τρελάθηκα ήδη. Δεν ξέρω. Δεν ξέρω τίποτα. Το μόνο που ξέρω είναι πως βρίσκομαι σε ένα λεωφορείο με προορισμό αόριστο ενώ ο φίλος μου βρίσκεται σε κατάσταση αποσύνθεσης. Από τη μία στιγμή στην άλλη έγιναν όλα. Από τη μια κυλούσαν όλα ομαλά και από την άλλη ο Αχιλλέας βρίσκεται νεκρός από υπερβολική δόση. Μα ο Αχιλλέας ήταν ιδιοφυία. Δεν θα το έκανε για μαγκιά. Δεν υπάρχει περίπτωση να το έκανε για αυτό το λόγο. Κάτι μέσα του τον έκαιγε. Τώρα το βλέπω. Γαμώτο θα μπορούσα να είχα παρατηρήσει νωρίτερα τα σημάδια. Αλλά είχα επικεντρωθεί στο ότι δεν είχα έμπνευση. Αυτό ήταν εμένα το πρόβλημα μου. Προβληματιζόμουν επειδή δεν ήξερα τι να γράψω ενώ ταυτόχρονα ο κολλητός μου ήταν βυθισμένος στην θλίψη. Και εγώ τι έκανα για αυτό; Τίποτα. Ένιωθα εν μέρει ένοχος για τον θάνατο του. Πόσο εύχομαι να μπορούσα να τα έδινα όλα για να ξεφύγω από αυτό το τίποτα. Όμως ήταν πολύ αργά πλέον. Η κατάθλιψη δεν έχει πρόσωπο. Γελούσαμε μαζί τη στιγμή που εκείνος ένιωθε πως ηγείται μια ζωή που δεν του αρέσει. Δεν άντεξε τελικά. Το λόγο δεν τον ήξερα. Ούτε θα τον μάθαινα. Ένα κεφάλαιο στο βιβλίο του Αχιλλέα που δεν θα διαβαστεί ποτέ. Γιατί να μην μου ζητούσε βοήθεια. Θα έκανα πραγματικά ότι περνούσε από το χέρι μου για να τον βοηθήσω. Μα δεν ήταν έτσι ο Αχιλλέας. Όλα τα προβλήματα του τα έλυνε μόνος του. Ακόμα και τα προβλήματα των άλλων έλυνε μόνος του. Όλο αυτό το φορτίο τον γονάτισε. Μα η ζωή μερικές φορές γίνεται σκληρή. Θα σε χτυπήσει και ας είσαι κάτω. Δεν χαρίζει. Ο Αχιλλέας δεν κατάφερε να σηκωθεί. Και το χέρι που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να σηκωθεί απουσίαζε. Είναι φορές που είμαστε τόσο προσηλωμένοι στα μικροπροβλήματα μας που η απελπισία και η απόγνωση που διαγράφεται στα μάτια των γύρω μας, περνάει απαρατήρητη. Τώρα έχω τόσα πολλά πράγματα να γράψω και να πω. Αλλά αισθάνομαι λάθος. Είναι λάθος ο χρόνος. Δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία πια. Όλη αυτή η έμπνευση μου φέρνει αναγούλα. Αστεία λυπητερό. Δεν έχασα απλώς έναν φίλο μου. Μαζί με τον Αχιλλέα έφυγε ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου, το οποίο ποτέ ξανά δεν θα έβρισκα. Δεν ήμουν ένα πουλί με τραυματισμένες φτερούγες, αλλά ένα πουλί που τα φτερά του ξεριζώθηκαν. Το θέμα δηλαδή δεν ήταν πως από εδώ και πέρα δεν θα μπορούσα να πετάω τόσο ψηλά. Η πτήση ήταν εκτός δυνατοτήτων πλέον. Θα συνέχιζα την ζωή μου βέβαια, πεζός, με τα πόδια μου γαντζωμένα στην γη. Ο ουρανός άνηκε πια αλλού. Το λεωφορείο κάνει στάση και σβήνει την μηχανή. Δεν ξέρω πόση ώρα ήμουν μέσα. Δεν έδινα και πολύ σημασία στο τι γίνεται γύρω μου. «Τερματική στάση.» φωνάζει ο οδηγός. Βγαίνω από το λεωφορείο και καταλαβαίνω πως έχω φτάσει στην άλλη άκρη της πόλης. Λίγο πιο πέρα είχε στάση του λεωφορείου της ίδιας γραμμής για τον γυρισμό. Πήγα έκατσα εκεί και περίμενα. Το βλέμμα μου στραμμένο στην άσφαλτο και τα χέρια μου αγκάλιαζαν το σβέρκο μου. Σαν να ήμουν στην τελευταία θέση στον μαραθώνιο της ελπίδας. Έπρεπε παρόλα αυτά να φτάσω στον τερματισμό, σκέφτηκα. Το λεωφορείο δεν εμφανιζόταν και είχε αρχίσει να βραδιάζει, τα κίτρινα φώτα ξεκίνησαν να φέγγουν στα πεζοδρόμια. Εν τέλει μετά από λίγη ώρα το είδα να πλησιάζει. Σταμάτησε μπροστά μου και ανέβηκα. Η βροχή είχε σταματήσει. Ο βραδινός ουρανός ήταν ακόμη συννεφιασμένος. Ήμουν ο μόνος επιβάτης μέσα στο μίζερο λεωφορείο. Απόλυτη ησυχία επικρατούσε σε όλη την διαδρομή. Το τηλέφωνο μου άρχισε να χτυπάει. Ήταν η Αλίκη. Το αγνόησα. Σαράντα λεπτά πέρασαν και ήμουν ξανά έξω από την πολυκατοικία που έμενα. Μπαίνω μέσα, βλέπω πως το ασανσέρ είχε φτιάξει, δεν χρειαζόταν να πάω από τις σκάλες στο τρίτο όροφο. Ανοίγω την πόρτα και μπαίνω στο άδειο διαμέρισμα μου. Οι τοίχοι είναι λευκοί όπως αυτό το αίσθημα που σε πνίγει. Το μπουκάλι που συνήθως άδειαζα στο ποτήρι μου για να φέρω τις σκέψεις πιο κοντά, απόψε θα εκπληρώσει τον αντίθετο σκοπό. Από τότε που γυρίσαμε από το νησί δεν έχω αδειάσει την βαλίτσα μου. Καθώς τακτοποιώ τα πράγματα μου βλέπω πως αντί για το δικό μου τετράδιο είχα πάρει του Αχιλλέα. Διαβάζοντας μερικά από τα χειρόγραφα του παρατήρησα την σαφή αντανάκλαση της θλίψης και της απόγνωσης του, με κοινό γνώμονα γύρω από τον οποίο τριγυρνούσαν τα γραπτά του να είναι η μοναξιά. Δεν ήταν αρκετά ώστε να βγάλω σίγουρα συμπεράσματα για τους λόγους που τον ναυάγησαν. Αν αποφάσιζα να τακτοποιήσω τα πράγματα μου λίγο νωρίτερα ίσως να μην ήταν έτσι τα πράγματα. Η νύχτα συνέχισε να σέρνεται βασανιστικά και το ποτήρι μου να αδειάζει άνετα. Ανυπάκουες φλόγες είχαν αρχίσει να καίνε μέσα μου, μα το ουίσκι κάπως τις πειθαρχούσε. Ο δρόμος που επρόκειτο να διανύσω φαινόταν μακρύς και μοναχικός. Τα μπερδεμένα δάκρυα μου ξεκίνησαν να αγκαλιάζουν το πρόσωπο μου. Το ουρλιαχτό του ανέμου που φυσούσε έξω αντηχούσε στους τοίχους των πολυκατοικιών. Στεκόμουν μπροστά από την μπαλκονόπορτα κρατώντας στο ένα χέρι το ποτήρι μου και στο άλλο ένα τσιγάρο, του οποίου η γεύση δεν με ενοχλούσε τόσο πλέον. Η ματιά μου χανόταν ανάμεσα στα κτήρια. Τα στενά μυαλά θα αντιλαμβάνονταν τον Αχιλλέα ως ακόμη έναν τοξικομανή που το παράκανε. Εγώ είχα το χρέος να αποδείξω σε όλους την λαμπρότητα που έκρυβε πίσω από τα μάτια του. Έστω και αν αυτό ήταν μέσα από γραπτά. Θα ζούσε για πάντα έτσι. Ένας ακροβάτης πάνω σε μια λεπτή γραμμή που έχασε την ισορροπία του. Η πένα μου ήταν αυτή που θα τον έκανε να αιωρείται για πάντα







Comments