Θα μπορούσε να είναι και χειρότερα
- Aug 29, 2017
- 17 min read
Σήμερα ξύπνησα δύσκολα, τα τρία ξυπνητήρια που είχα βάλει με γρονθοκόπησαν στα αυτιά αναγκάζοντας με να σηκωθώ. Πάλι καλά αφού είναι Δευτέρα και πρέπει να πάω δουλειά. Υποφερτή η κατάσταση αν σκεφτεί κανείς την ποσότητα κρασιού που ήπια χθες για να μπορέσω να κοιμηθώ. Με τα πολλά ετοιμάζομαι και φεύγω από το σπίτι. Περπατώντας παρατηρώ τις τοιχοκολλημένες αγγελίες που υπήρχαν στον δρόμο. Τυχαία πέφτει η ματιά μου σε μια αφίσα που γράφει για ψυχολογική υποστήριξη, βοήθεια στην αντιμετώπιση προβλημάτων αλκοόλ και τα λοιπά. Αστείο, σκέφτομαι ξεφυσώντας. Φέρνω στο μυαλό μου την χθεσινή βραδιά και το πώς εξελίχθηκε με την βοήθεια του αλκοόλ.
Βρισκόμασταν με μερικούς συναδέλφους σε μια ταβέρνα μιλώντας για τα προβλήματα που αντιμετωπίζαμε στην εταιρία, πως η κρίση μας επηρέαζε στον εργασιακό χώρο προσπαθώντας παράλληλα να βρούμε τρόπους που θα αντιμετωπίζαμε τις δυσκολίες αυτές. Και ενώ ήταν θέματα που με επηρέαζαν άμεσα σε καμία περίπτωση δεν με ενδιέφεραν αρκετά ώστε να καθίσω να ασχοληθώ με αυτά. Ίσως επειδή δεν αγαπώ αυτό που κάνω. Σκατά όχι απλώς δεν το αγαπώ, δεν με πολύ νοιάζει καν. Βρες αυτό που αγαπάς λένε και δεν θα δουλέψεις ούτε μια μέρα στην ζωή σου. Ε λοιπόν εγώ νιώθω πως δουλεύω κάθε μέρα. Έκρυψα λοιπόν το πόσο ξένος μεταξύ γνωστών ένιωθα, με λίγο χιούμορ, άφησα μερικά ψιλά και έφυγα. Με την φθηνή δικαιολογία ότι κάτι μου έτυχε.
Σηκώνομαι από την καρέκλα λοιπόν και ήδη νιώθω πιο ήρεμος περπατώντας μόνος προς το σπίτι μου. Μετά από λίγη ώρα φτάνω, ξεκλειδώνω την πόρτα και στην όψη του άδειου μου διαμερίσματος νιώθω ήδη λίγο πιο ευτυχισμένος από πριν. Καταλαβαίνω πόσο προτιμώ την απομόνωση μου από το να περνάω χρόνο με ανθρώπους που το μόνο που τους νοιάζει είναι η εκπλήρωση στόχων και να πάνε μπροστά την καριέρα τους. Πιάνω το μπουκάλι κρασί που είχα στο ψυγείο και ρίχνω λίγο στο ποτήρι μου. Βάζω και λίγη μουσική να ακούγεται στο παρασκήνιο. Με την πρώτη γουλιά νιώθω αμέσως κάτι που έμοιαζε πολύ με γαλήνη, ίσως και να ήταν δεν είμαι σίγουρος. Εδώ ανήκω, σκέφτομαι με σιγουριά. Η μοναξιά είναι κατά πολύ προτιμότερη από το να περνάω τις ώρες μου με ανθρώπους που δεν μπορούν να με νιώσουν ούτε καν στο ελάχιστο. Η συντροφιά μου λοιπόν το κρασί και ένα τετράδιο με κάποια παλιά γραπτά μου. Το κρασί που είχα στο ποτήρι μου τελείωσε. Βάζω ακόμη ένα ενώ ανάβω και ένα τσιγάρο για συνοδευτικό. Δεν είμαι μόνος τελικά, σκέφτηκα. Έχω τσιγάρα και ποτά για συντροφιά. Με το ίδιο μοτίβο κύλησε το υπόλοιπο της βραδιάς, μέχρι που αποκοιμήθηκα στον καναπέ. Ξύπνησα λοιπόν με δυσκολία, σηκώθηκα, ετοιμάστηκα και ξεκίνησα να περπατάω προς την δουλεία. Βρίσκομαι λοιπόν έξω από το κτήριο, όπου μαζί με μια ομάδα ατόμων φτιάχνουμε διαφημίσεις για την εταιρία ενός αγνώστου, βοηθώντας τον να αυξήσει κατά πολύ το εισόδημα του, με αντάλλαγμα ένα μικρό μέρος από τα κέρδη ενώ παράλληλα η κοινωνία μας λέει πως πρέπει να εκτιμάμε την ευκαιρία που μας έχει δοθεί. Κάθομαι λοιπόν στο παγκάκι έξω από το κτήριο, βασανισμένος από το συνηθισμένο δίλλημα. Είναι σήμερα η μέρα που θα παραιτηθώ; Πώς θα πληρώνω το νοίκι και τους λογαριασμούς αν το κάνω αυτό. Ίσως βγάλω κάνα φράγκο από τις μαλακίες που γράφω, λέει η ευαίσθητη πλευρά μου. Χλομό απαντάει το ορθολογικό μέρος μου. Ίσως το γεγονός ότι συζητάω με τον εαυτό μου να μην είναι καλό σημάδι. Αν και αυτό γίνεται κάθε φορά. Ο εαυτός μου έχει χωριστεί σε δύο μέρη. Το ευαίσθητο και το ορθολογικό. Στον αγώνα ξιφομαχίας που δίνουν αυτά τα δύο μέρη μέσα μου, όσο και αν θέλω να νικήσει η ευαίσθητη πλευρά, το ορθολογικό μέρος είναι πάντα πιο δυνατό. Όπως και να’χει πάντως είναι και τα δύο αναπόσπαστα μέρη του εαυτού μου. Στην μάχη που δίνουν λοιπόν, μια από τις δύο πλευρές θα τραυματιστεί με αποτέλεσμα να ηττηθεί. Όποιος και να νικήσει δηλαδή εγώ θα βγω χαμένος. Ο πόνος για μένα λοιπόν είναι αναπόφευκτος.
Τέλος πάντων, αφήνω τις ευαισθησίες στην άκρη για λίγο και μπαίνω για δουλειά. Πράγμα φυσιολογικό αφού όπως σε κάθε αγώνισμα έτσι και στον αγώνα που δίνουν τα δύο μέρη του εαυτού, την θέση στο βάθρο την κερδίζει ο δυνατότερος. Η ορθολογική πλευρά μου δηλαδή. Αυτό λοιπόν δείχνω στον κόσμο. Οι γύρω μου αυτό νομίζουν πως είμαι. Ένας άνθρωπος που δεν επηρεάζεται από σαχλά πράγματα όπως τα συναισθήματα και οι ευαισθησίες. Αντιθέτως πορεύεται με τυπική αντιμετώπιση προς τις ανθρώπινες σχέσεις, κατευθυνόμενος πάντα από την λογική. Ίσως κάνω κακό στον εαυτό περισσότερο από ότι κάνω καλό επιλέγοντας να φορώ αυτό το προσωπείο. Μπορεί κάποιος να εκτιμήσει το γεγονός ότι έχω προβληματισμούς. Το πιθανότερο βέβαια είναι να συμβεί το αντίθετο. Ίσως φταίει που είμαι δειλός. Είμαι δειλός να φανώ ευάλωτος μπροστά σε κόσμο. Η εσωστρέφεια μου με κάνει έτσι, έχουν χτιστεί φράγματα που κρατάνε τα νερά της καρδιάς μου μακριά από το μυαλό μου. Εξάλλου ποιος θα μπορούσε να ζει άνετα μέσα στην πλημύρα.
Εν τέλει φτάνω στο γραφείο μου, η Βίκυ, η γνωστή συνάδελφός που είναι πάντα χαμογελαστή και ορεξάτη μου κάνει την καθιερωμένη ερώτηση της Δευτέρας. Πώς πέρασες το Σαββατοκύριακο; Υπέροχα απαντάω εγώ. Λέγοντας υπέροχα εννοώ πώς ήμουν όλη μέρα σπίτι καθισμένος στον καναπέ συνεχόμενα μισό μεθυσμένος με ένα ποτήρι κρασί καθ’όλη την διάρκεια της ημέρας στο χέρι, ενώ παράλληλα αποτύπωνα τις μεθυσμένες σκέψεις μου σε ένα μπλε τετράδιο. Υπέροχα δηλαδή, αν σκεφτεί κανείς πόσο χειρότερα θα μπορούσε να ήταν. Την ρώτησα και εγώ όσο πιο τυπικά γίνεται πως πέρασε, χωρίς να δώσω καμία σημασία στην απάντηση της. Έκατσα, για τις επόμενες οκτώ ώρες στο γραφείο μου, μπροστά από τον υπολογιστή. Σχολάω και φεύγω κατευθείαν για σπίτι.
Φτάνοντας σπίτι κάθομαι στον καναπέ μου. Νιώθω τόσο κουρασμένος και ας μην έχω κάνει τίποτα όλη μέρα. Ψυχολογική θα είναι η κούραση, σκέφτομαι. Αφού όσο περνάν οι μέρες τόσο πιο ανούσια μου φαίνεται η δουλεία μου. Κατ’επέκταση και η ζωή μου δηλαδή. Πολύ ματαιόδοξη σκέψη, αλλά ισχύει. Όλα αυτά ίσως ευθύνονται στο ότι δεν ξεκουράζομαι όταν κοιμάμαι μεθυσμένος. Από την άλλη πως θα κοιμηθώ άμα δεν πιώ. Μια αδιέξοδος όλα δηλαδή. Δεν έχω πιεί αρκετά λέω στον εαυτό, για αυτό σκέφτομαι έτσι. Πιάνω πάλι λοιπόν το μπουκάλι και ρίχνω κρασί στην κούπα μου. Μετά τα δύο ποτήρια νιώθω ήδη καλύτερα. Απορώ γιατί το κρασί δεν πωλείται στα φαρμακεία σκέφτομαι γελώντας.
Μετά τα πέντε ποτήρια θεωρώ πως είναι καλή ιδέα να τηλεφωνήσω στην Χριστίνα και να της προτείνω να έρθει από εδώ. Η Χριστίνα είναι μια παλιά συμφοιτήτρια μου με την οποία έχω κρατήσει επαφές καθώς ζούμε στην ίδια πόλη. Η Χριστίνα απαντάει στο τηλεφώνημα και συμφωνεί να έρθει. Μετά από τριάντα λεπτά είναι εδώ. Σε αυτό το σημείο έχω πιεί εφτά ποτήρια. Συνεχίζουμε να πίνουμε μαζί και στα δέκα ποτήρια, τα φράγμα που χωρίζει την καρδία από το μυαλό μου απλά γκρεμίζεται με αποτέλεσμα να πλημυρίσω από ευαισθησίες και συναισθήματα. Ψάχνω λοιπόν στο συρτάρι μου και βρίσκω κάποια ρομαντικά γραπτά μου τα οποία δείχνω στην Χριστίνα. Το ίδιο μοτίβο που συμβαίνει κάθε φορά που βρίσκομαι σε αυτό το επίπεδο μέθης συνέβη και τώρα. Με τα πολλά βρεθήκαμε από τα ποτά και την συζήτηση που είχαμε, να κάνουμε σεξ σε διάφορες στάσεις σε όλο το σπίτι. Μετά από περίπου μία ώρα η πάλη τελείωσε και της πρότεινα να φύγει. Αυτή έφυγε, εγώ κοιμήθηκα και το πρωί με βρήκε σε δύσκολη κατάσταση πάλι. Σηκώνομαι με δυσκολία για άλλη μια φορά αφού πρέπει να πάω δουλεία.
Άλλη μια μέρα πέρασε. Ακόμη μια μέρα σε μια ανούσια, για μένα, δουλειά. Βρίσκομαι εδώ λοιπόν. Ξανά στον καναπέ μου. Φτιάχνω λοιπόν ένα ποτό και κάθομαι να γράψω. Ξαφνικά χτυπά το τηλέφωνο. Απαντάω. Στην άλλη μεριά της γραμμής είναι ο Γιώργος, που μου προτείνει να πάμε σπίτι μιας φίλης του, όπου θα γινόταν μια φιλική μάζωξη. Μου λέει << Θα έχει κόσμο, θα έχει ποτά, θα ..>>. << Εντάξει>> είπα << Με κέρδισες στα ποτά>> . Μετά από λίγη ώρα έρχεται με το αμάξι. Κορνάρει και κατεβαίνω. Είμαστε καλοί φίλοι με τον Γιώργο. Μπορούμε να κάτσουμε να πούμε δυο κουβέντες.
Φτάνουμε στο σπίτι. Με συστήνει στην φίλη, ωστόσο καμία σημασία δεν έδωσα στο όνομα της. Το μυαλού μου είναι στο τζίν που με γλυκοκοιτάζει από το τραπέζι στην γωνία του σαλονιού που βρισκόμασταν. Φτιάχνω ένα τζίν με τόνικ και από την πρώτη γουλιά νιώθω ήδη καλύτερα. Πάω και κάθομαι μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο στον καναπέ. Αν σε κάτι είμαι καλός, είναι σίγουρα στο να πίνω αλκοόλ καθισμένος σε καναπέ, σκέφτομαι ενώ χασκογελάω σιγανά. Οι τύποι που με περιτριγυρίζουν, μιλάνε για το πόσο χαρούμενοι και επιτυχημένοι είναι στην δουλεία τους. Για κάποιον σαν εμένα που συμβαίνει το αντίθετο, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί πως μερικοί από αυτούς δεν εννοούν ούτε μια λέξη από όσα λένε. Αλλά εντάξει, κατανοητό. Θέλουν και αυτοί κάπου να ταιριάξουν, να ανήκουν. Σε μια εποχή όπου η κοινωνία σε κάνει να ακολουθάς τα υπάρχοντα πρότυπα, αγνοώντας τον πραγματικό σου εαυτό, συμπεριφορές σαν αυτές είναι οι συνηθέστερες.
Καθώς, με την συντροφιά του ποτού μου και ενός τσιγάρου που είχα πάρει από το πακέτο του Γιώργου, σκεφτόμουν όλα αυτά, ακούγεται μια φωνή. <<Γιατί δεν μιλάς εσύ>> είπε η οικοδεσπότρια της οποίας το όνομα ακόμη αγνοείται από την μνήμη μου. Απέφυγα να δώσω κάποια ιδιαίτερη απάντηση με τα τυπικά << Δεν ξέρω>> συνοδευόμενα από ένα χαζό γέλιο, επειδή το να πω ότι δεν με ενδιαφέρουν αυτά που συζητάτε μου φαινόταν κάπως άσχημο. Όταν έφυγε η προσοχή της από πάνω μου σκέφτηκα ξέρω ακριβώς γιατί δεν μιλάω. Η εσωστρέφεια μου είναι σαν να βρίσκεται κανείς κάτω από την θάλασσα. Όταν μιλάς δεν μπορεί να καταλάβει κανείς τι λες, ενώ η αδιάφορη μουρμούρα των γύρω μου είναι σαν την πίεση της θάλασσας που σε κάνει να μην ακούς τίποτα. Το μόνο πράγμα που μπορείς να απολαύσεις κάτω από την θάλασσα είναι η απόλυτη σιωπή. Το ποτό μου τελείωσε και πάω να φτιάξω καινούργιο.
Καθώς φεύγουμε από την δεξίωση αποφασίζουμε να περπατήσουμε προς το σπίτι, καθώς πέρα από το γεγονός ότι κανείς από τους δυο μας δεν είναι σε κατάσταση να οδηγήσει, είμαστε τόσο μεθυσμένοι που το να περπατήσουμε τρία χιλιόμετρα μας φαίνεται καλύτερη ιδέα από το να καλέσουμε ταξί. Ενώ λοιπόν περπατούσαμε προς το σπίτι και μιλούσαμε, σταματάει μπροστά μας ένα αγροτικό με τσιγγάνους. Αν και δεν θυμάμαι πόσοι ήταν σας διαβεβαιώνω ότι ήταν περισσότεροι από εμάς. Βγαίνουν από το αγροτικό και ξεκινάνε να κατευθύνονται προς το μέρος μας. Ένας από αυτούς φωνάζει << ΦΕΡΤΕ ΟΤΙ ΛΕΦΤΑ ΕΧΕΤΕ ΠΑΝΩ ΣΑΣ ΤΩΡΑ>>. Κοιτάζω τον Γιώργο και βλέπω πως είναι έτοιμος να τους ορμήσει. Τον σταματάω. Σκέφτομαι πως αν τον αφήσω να κάνει κάτι τέτοιο αυτό που θα ακολουθήσει θα είναι πολύ χειρότερο. Τον προτρέπω να ηρεμήσει και του λέω << Ο πιο δυνατός μυς του σώματος μας είναι η γλώσσα, να την χρησιμοποιείς θα σου βγει σε καλό>>. Θέλοντας να του δείξω πως έχω δίκιο κοιτάζω με αυτοπεποίθηση τους τσιγγάνους που βρίσκονται μπροστά μου και λέω <<Παιδιά καταλαβαίνω ότι χρειάζεστε χρήματα, και έχω όλη την καλή διάθεση να σας τα παραχωρήσω, ωστόσο αν γίνει αυτό θα αναγκαστώ να στείλω κάποιους πολύ επικίνδυνους ανθρώπους να σας βρουν αύριο και δεν το θέλω>>. Αφού το λέω ακολουθεί μια μικρή παύση καθ’όλη την διάρκεια της οποίας συνεχίζω να κοιτάω τους τσιγγάνους με αυτοπεποίθηση.
Τελικά όχι μόνο μας πήραν ότι χρήματα είχαμε πάνω μας αλλά μας σάπισαν και στο ξύλο. Μείναμε στο χώμα για περίπου μισή ώρα. Όταν σηκωθήκαμε είχαν φύγει αυτοί και μας είχαν πάρει και τα παπούτσια. Συνεχίσαμε λοιπόν να περπατάμε ξυπόλυτοι και λίγο πιο ματωμένοι από ότι ήμασταν όταν ξεκινήσαμε. Αυτό που έμαθα από αυτήν την ανθρώπινη αλληλεπίδραση είναι πως το να το παίζεις έξυπνος σε τέτοιου είδους καταστάσεις δεν είναι η καλύτερη λύση. Φτάνω σπίτι ενώ έχει ξημερώσει για τα καλά έξω. Ρίχνω λίγο νερό στην μούρη μου να ξεπλυθώ από τα αίματα. Πίνω απανωτά τρία σφηνάκια βότκα από ένα ξεχασμένο μπουκάλι που είχα στο κομοδίνο και πέφτω για ύπνο.
Την επόμενη μέρα φτάνω στην δουλεία και βλέπω πως έχουν φέρει όλοι τα παιδιά τους μαζί, όσοι έχουν παιδιά τέλος πάντων. Είναι λέει μέρα παιδιού και γονιού στο χώρο εργασίας ή κάτι τέτοιο. Εγώ δεν έχω παιδιά, από όσο ξέρω τουλάχιστον. Το γραφείο είναι γεμάτο από μικρούς ανθρώπους που τρέχουν, παίζουν, ουρλιάζουν και από γονείς που τους κυνηγούν για να τους ηρεμήσουν. Πάλι καλά τους αποσπούν την προσοχή τα μικρά και δεν χρειάζεται να εξηγήσω τους μώλωπες στο πρόσωπο μου. Από αυτά που βλέπω δεν ξέρω καν αν θέλω παιδιά. Πέρα από αυτό όλη αυτή η κατάσταση που επικρατεί δεν μου επιτρέπει να συγκεντρωθώ ώστε να βγάλω την δουλειά. Βγαίνω για τσιγάρο.
Έτσι όπως κάπνιζα και έβλεπα τα μικρά όλο χαρά να τρέχουν μέσα στο γραφείο κάπως με εκνεύριζαν. Χαρείτε το τώρα που μπορείτε σκέφτηκα γιατί σε δέκα δεκαπέντε χρόνια θα εξομολογείστε στο τσιγάρο σας πως δεν ξέρετε τι να κάνετε με την ζωή σας. Ξαφνικά βγαίνουν έξω δυο αγοράκια και έρχονται προς το μέρος μου. Κοιτούσαν την κάπως μελανιασμένη μούρη μου με ένα βλέμμα σαν να απορούσαν τι ρόλο βαράω. Καθώς τελειώνω το τσιγάρο το πετάω στο δρόμο και το σβήνω με την άκρη του παπουτσιού, κοιτάω στα μάτια τα παιδιά και τους λέω <<Ενστερνιστείτε λάθος πρότυπα>> ξεφυσώντας προς το μέρος τους τον καπνό από την τελευταία τζούρα του τσιγάρου. Γυρνάω ξανά στο γραφείο μου αλλά καμία όρεξη δεν έχω για δουλειά. Εξάλλου και οι υπόλοιποι λούφαραν κυνηγώντας πέρα δώθε τα παιδιά τους. Αποφασίζω πως θα παίξω πασιέντζα για να περάσει η ώρα ως ότου σχολάσω. Ρίχνω και λίγο ουίσκι, που έχω καβάτζα στο τελευταίο συρτάρι, στον καφέ μου. Αυτό είναι, πίνεις και στην δουλειά και δεν σε παίρνει χαμπάρι κανείς.
Στην τρίτη, μάλλον, παρτίδα μου έρχονται στον νου σκέψεις όπως πως κατέληξα εδώ που είμαι και γιατί κάνω αυτή την δουλειά αφού για μένα δεν λέει και πολλά. Για να είμαι ειλικρινής δεν την απεχθάνομαι κιόλας την δουλειά μου, αλλά δεν μπορώ να πω ότι την γουστάρω τρελά κιόλας. Είναι μια μέση λύση. Αυτό που κάνω είναι να δημιουργώ σύντομες και εντυπωσιακές φράσεις τις οποίες χρησιμοποιούμε στις διαφημίσεις που κάνουμε. Τα λεγόμενα σλόγκαν. Ήθελαν να γίνω καριερίστας οι γονείς μου, να πάω μπροστά. Εδώ που τα λέμε είχαν και αυτοί τα δίκια τους. Δεν θα μπορούσα να μείνω στο χωριό να δουλεύω στα χωράφια, όπως ο πατέρας μου, δεν το είχα. Κάνω κάτι μετρίου προσωπικού ενδιαφέροντος και βγάζω έτσι τα προς το ζην και πληρώνω τους λογαριασμούς. Καλά είναι άμα σκεφτείς πόσο χειρότερα θα μπορούσε να είναι.
Αυτό που λείπει είναι η σπίθα, να κάνω κάτι ως το τέρμα. Κάτι το οποίο θα με κάνει να φτάσω στο τέρμα των δυνατοτήτων μου. Να παθιάζομαι με αυτό, να ξυπνάω το πρωί και να ανυπομονώ να ασχοληθώ με αυτό. Ίσως αυτό το κάτι λοιπόν να είναι η συγγραφή. Όμως το λέω εκ του ασφαλούς αυτό τώρα που γράφω για μένα, για έκφραση. Αυτή την στιγμή για μένα το να γράφω είναι σαν να αφήνω όλα τα σκατά που πετάνε ολημερίς οι γύρω μου πάνω στο χαρτί, οι σκέψεις που δεν μπορούν να βγουν στο μιλιτό γίνονται χειρόγραφα, είναι μια επέκταση του εαυτού που πλέον δεν ξέρω καν αν μπορώ να είμαι ο ίδιος άνθρωπος χωρίς αυτήν. Όλο αυτό το βαφτίζω τέχνη. Δηλαδή γράφω επειδή θέλω να γράψω όχι επειδή μου το επιβάλει κάποιος. Αν ξεκινήσεις και γράφεις καταναγκαστικά μετά το έργο σου σταματά να είναι ατόφιο, και μόνο η ατόφια μορφή γραφής είναι αυτή που συναρπάζει. Εν τέλει θέλω να καταλήξω στο ότι χρόνος κυλάει αλλά εγώ μένω στο ίδιο σημείο. Βλέπω την ζωή μου να περνάει από πάνω μου σαν αεροπλάνο στον ουρανό του οποίου δεν είμαι επιβάτης. Περνάνε οι μέρες άσκοπα, τρέχουν και δεν μπορώ να τις προφτάσω.
Όλα γύρω μας από το χρήμα υποκινούνται ουσιαστικά. Την δουλειά που κάνω μόνο για τα χρήματα την κάνω, για να τα βγάζω πέρα. Ούτε να ευχαριστηθεί το αφεντικό μου με πολύ νοιάζει, ούτε για τα άλλα παιδιά στο γραφείο δίνω δεκάρα. Όλη μας η ζωή, από μικροί που είμαστε, είναι μια προετοιμασία για την εξασφάλιση ενός καλού μηνιάτικου. Αυτό είναι το ‘το πρέπον’ τουλάχιστον. Ίσως να έπρεπε να αφήσω τα σωστά και τα καθώς πρέπει στην άκρη και να πάω να γίνω ναυαγός σε κάνα έρημο νησί. Εκεί ούτε το χρήμα θα με νοιάζει, δεν θα με ενοχλεί κανείς και θα μπορώ να γράφω όλη μέρα. Με τι μούρη όμως να πάω να πω στον διευθυντή ότι παραιτούμαι από την δουλειά μου για να πάω να γίνω ναυαγός. Δεν θα έχει και αλκοόλ εκεί. Μπορεί και να μην είναι τόσο καλή ιδέα τελικά.
Με τα πολλά κοιτάω το ρολόι και έχει πάει πέντε η ώρα, σχόλασα. Κλείνω την πασιέντζα, βάζω το ουίσκι και τις ευαισθησίες μου πίσω στο συρτάρι και την κάνω. Φτάνω σπίτι, το ψυγείο είναι άδειο. Να κάτσω εδώ χωρίς να πιώ τίποτα μου φαίνεται ανυπόφορο. Πάω στο υπόγειο μπαράκι που έχει εδώ στην γειτονιά. ‘Ο Πετεινός’ λέγεται. Θα μπορούσα να θεωρηθώ θαμώνας εδώ. Αν δεν είμαι σπίτι, το πρώτο μέρος να ψάξεις είναι σίγουρα ‘Ο Πετεινός’. Ποτέ δεν περνούσα καλά στα μεγάλα κλαμπ που είναι φίσκα από κόσμο. Μου φαίνεται πάντα πολύ απρόσωπο. Για να περάσω καλά θέλω να πάω στο στέκι να ξέρω το παιδί που στέκεται πίσω από το μπαρ και να πούμε και δύο κουβέντες.
Κατεβαίνω τις βρώμικες σκάλες, σπρώχνω απαλά την πόρτα και βρίσκομαι μέσα στο μέρος που θα φιλοξενήσει την δίψα μου για τις επόμενες ώρες. Κάθομαι στην μπάρα, γνέφω στον Ρότζερ, έτσι έλεγαν τον μπάρμαν, μου βάζει το συνηθισμένο Τζιν με τόνικ. Έτσι είναι άμα είσαι θαμώνας σε ένα μαγαζί δεν χρειάζεται να σηκώσεις βλέφαρο για να παραγγείλεις, ή μάλλον το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να σηκώσεις ένα βλέφαρο. Ό Ρότζερ ήταν και ένα από τα αφεντικά το είχε συνεταιρικό με κάποιον τύπο εν ονόματι Άγγελο αλλά ποτέ δεν τον είχα πετύχει εντός του καταστήματος. Αλλά να μου πεις τι να έρθει να κάνει εδώ μέσα με τέτοιο όνομα. Όπως είχε πει ένας σοφός κάποτε “Πήγαινε στον παράδεισο αν θες να βρεις καλό κλίμα αλλά πήγαινε στην κόλαση αν θες να βρεις καλή παρέα” και εδώ σίγουρα δεν είχε καλό κλίμα.
Εδώ ήμασταν ένα μάτσο κατσούφηδες που όλοι σχεδόν ξέραμε τι θέλαμε αλλά κανείς δεν έκανε αυτό που ήθελε. Είχαμε αδράξει απλώς τις ευκαιρίες που μας δόθηκαν. Εγώ ήμουν διαφημιστής ή κατασκευαστής σλόγκαν ειδικότερα και αν με ρωτούσες τι μου άρεσε, να γράφω λογοτεχνία και ποίηση θα σου απαντούσα. Και οι υπόλοιποι τακτικοί πελάτες εδώ πέρα. Κάτι τέτοιο συνέβαινε και σε αυτούς. Ο Κωστής γουστάρει το τραγούδι και έχει και την κατάλληλη φωνή αλλά η δουλειά του είναι να ενοικιάζει αυτοκίνητα. Ο Λιάκος το’χει πολύ με την ζωγραφική αλλά στην οικοδομή με τα αδέρφια του δουλεύει. Διανύουμε την εποχή που το να ασχοληθείς με την τέχνη, χωρίς να την εμπορευματοποιήσεις, είναι δρόμος που δεν οδηγεί πουθενά. Ξέρουμε τι θέλουμε αλλά ξέρουμε επίσης ότι το να το κάνουμε επάγγελμα είναι σχεδόν απίθανο. Παραμένει βέβαια καθημερινή ασχολία, αλλά αν ο μόνος που βλέπει τα γραπτά σου είσαι εσύ πιο το νόημα πέρα από την εκτόνωση. Παίζουμε και μποξ αν είναι έτσι ή πάμε για κάνα τρέξιμο. Κάνουμε λοιπόν δουλειές που δεν μας αρέσουν ή στην καλύτερη δουλειές που απλώς δεν λένε και πολλά όπως στην δική μου περίπτωση. Αυτό είναι άραγε η ευτυχία;
Για το λόγο αυτό οι μεγαλύτεροι ποιητές και λογοτέχνες της εποχής μας αργοπεθαίνουν καταστρέφοντας σιγά σιγά το συκώτι τους κρυμμένοι σε βρωμόμπαρα, όπως και αυτό του λόγου μας, σε πάρκα και πλατείες λέγοντας τον πόνο τους σε όποια αυτιά είναι πρόθυμα να ακούσουν. Μιλάνε την γλώσσα της πόλης, της φτώχιας και του δρόμου όχι την ακαδημαϊκή. Θέλουν να νιώσουν τους στίχους από τα χειρόγραφα τους να μεταφράζονται σε χτύπους της καρδιάς ενός αγνώστου όχι να χτίσουν καριέρα. Έχουν το χάρισμα να γεννάνε την έμπνευση και το συναίσθημα και αυτό επιζητούν. Αυτά όμως δεν είναι αρκετά για να πληρώσεις το νοίκι και τους λογαριασμούς σου.
Ο ειρμός της σκέψης μου διακόπτεται ξαφνικά από τον Ρότζερ που φωνάζει από την άλλη άκρη της μπάρας «Ρε θα πιούμε τίποτα ;» Βρίσκομαι ήδη στο τέταρτο ποτό, τα οποία ο Ρότζερ μου γεμίζει το ένα μετά το άλλο, αλλά η ευγενική χορηγία σφηνακιών από εκείνον δεν ήταν διόλου άσχημη ιδέα. «Θέλει ερώτηση αυτό; Βάλε.» Βάζει δύο λευκές τεκίλες με λεμόνι και αλάτι. Τις κατεβάζουμε. «Βίβα» «Υγείες, βάλε και άλλες δύο από μένα» Της βάζει και της κατεβάζουμε και αυτές. «Για πες μου τώρα λοιπόν. Τι τρέχει με την πάρτη σου; Πολύ σκεπτικό σε βλέπω.» «Ναι Ρότζερ, σκέφτομαι να τα παρατήσω όλα. Να δώσω μια και να πάνε όλα στο διάολο. Και η δουλειά και όλα.» «Γιατί τι άλλο έχεις πέρα από την δουλειά;» «Καλά εντάξει, έχεις δίκιο μόνο την δουλειά τέλος πάντων» «Γιατί έτσι ρε; Μια χαρά είσαι και την δουλειά σου έχεις και το σπίτι σου και χρήματα αρκετά ώστε να έρχεσαι εδώ να πίνεις. Τι άλλο θες;» «Να νιώσω ζωντανός, δεν με γεμίζει αυτό που κάνω» «Και τι θα κάνεις ρε μεγάλε; Θα ξεκινήσεις να πίνεις του θανατά;» «Ναι τώρα περίμενα να το ξεκινήσω.» «χάχα σωστά. Το μισό μαγαζί έχεις χτίσει με τα Τζιν τόνικ σου. Τι θα κάνεις λοιπόν;» «Συγγραφέας. Θα γίνω συγγραφέας.» «χάχα τι λες ρε μεγάλε; Και τι θα γράφεις;» «Αυτά που ζω και βλέπω» «Σώπα ρε, εδώ δεν παλεύεσαι ζωντανά θα πληρώσει κάποιος για να διαβάσει για σένα; Χλωμό.» «Ίσως να έχεις δίκιο Ρότζερ. Βάλε τώρα ένα ποτό και δύο σφηνάκια.» «Αμέσως.»
Κατέβηκαν και αυτά καθώς το μοτίβο των ποτών συνοδευόμενα από σφηνάκια και δύο τρία τσιγάρα τράκα από τον Ρότζερ συνέχισε μέχρι που έφτασα τα δώδεκα ποτά και δεν ξέρω και εγώ πόσα σφηνάκια. Μάλλον ήρθε η ώρα της αποχώρησης, σκέφτομαι. Σηκώνομαι από την μπάρα αφήνω ότι όφειλα και την κάνω προς την έξοδο. Τραβώ ελαφρά την πόρτα και ανεβαίνω τα βρώμικα σκαλάκια. Ξόδεψα τα περισσότερα χρήματα που μου είχαν μείνει μέχρι την επόμενη βδομάδα που πληρωνόμουν. Θα την έβγαζα στο σπίτι αυτές τις μέρες με κάνα φτηνιάρικο κρασί από κάποιο περίπτερο.
Ξεκινάω το μεθυσμένο ταξίδι προς το σπίτι, αρκετά ζαλισμένος. Με αργό και ελαφρύ βάδιν προσπαθώ να φτάσω σπίτι σώος και αβλαβής. Τι ωραία που θα ήταν να ήμουν χελώνα, σκέφτομαι, έτσι θα μπορούσα να είμαι και έξω και σπίτι ταυτόχρονα. Όταν αποφάσιζα πως ήρθε η ώρα να πάω σπίτι θα μάζευα απλώς τα άκρα μου στο καβούκι. Δεν θα χρειάζεται να περνάω από όλη αυτήν την διαδικασία για να πάω σπίτι μου. Ούτως η άλλως λογικά περίπου με την ίδια ταχύτητα περπατάμε αυτήν την στιγμή, μπορεί η χελώνα να είναι και γρηγορότερη. Αυτό είναι λοιπόν το αποφάσισα, θα γίνω χελώνα. Τι χαρτιά να χρειάζεται άραγε για να γίνεις χελώνα, αναρωτιέμαι. Ενώ περπατάω παραπάνω από μισή ώρα παρατηρώ το μέρος γύρω μου και καταλαβαίνω πως το έχω περάσει το σπίτι μου εδώ και κάνα πεντάλεπτο. Με συνεπήραν οι ‘χελώνιες’ σκέψεις μου. Κάπου πρέπει να ευθύνονται και τα δώδεκα Τζίν τόνικ και ο άγνωστος αριθμός σφηνακίων. Τι να κάνω, μεταβολή και σπίτι μήπως και καταφέρω να κοιμηθώ προτού ξημερώσει. Με τα πολλά φτάνω λίγο αργότερα στο σπίτι. Ξεκλειδώνω την πόρτα, μπαίνω μέσα και πέφτω όπως είμαι στο κρεβάτι. Ευτυχώς αύριο δεν δουλεύω μιας και προβλέπεται δύσκολη μέρα η αυριανή.
Η πρόβλεψη που έκανα προτού κοιμηθώ απεδείχθη σωστή. Ξύπνησα και αισθάνομαι σαν να μου έχει ρίξει κροσέ επαγγελματίας μποξέρ. Ετοιμάζω την γνωστή συνταγή για αυτές τις περιπτώσεις. Καφές με παυσίπονο. Κάνω και ένα ντουζ μπας και έρθω στα ίσια μου. Βγαίνω, στεγνώνομαι, ντύνομαι και κάθομαι στον καναπέ να απολαύσω τον καφέ μου. Έτσι όπως κάθομαι ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο. Απαντάω. «Ορίστε.» «Έλα γιε μου η θεία Τασία είμαι. Τι κάνεις;» η Τασία είναι η θεία του πατέρα μου, εμένα δεν ξέρω ακριβώς τι μου είναι και για αυτό την λέω και εγώ θεία, που μένει εδώ στην πόλη. «Καλά είμαι ρε θεία, εσύ;» βέβαια αν αυτό που μου συνέβαινε ήταν το καλά, το άσχημα δεν ξέρω και εγώ πως θα ήτανε. «Καλά είμαι και εγώ παιδί μου δόξα το θεό» ξεκίνησε και τις δοξασίες τώρα «Ναι μπράβο θεία» «Θα έρθεις από εδώ να φας; Μου είπε η μάνα σου πως δεν δουλεύεις σήμερα» συνήθως κάτι τέτοιες φάσεις που η μάνα έκανε διαρροή τέτοιων πληροφοριών ήταν η χειρότερη μου γιατί δεν με αφήναν στην ησυχία μου όλη μέρα. Ωστόσο στην συγκεκριμένη φάση το ψυγείο μου είναι άδειο, είμαι κάπως στενά οικονομικά για την υπόλοιπη εβδομάδα ώστε να πάρω από έξω και ένα δωρεάν γεύμα είναι ότι πρέπει. «Ναι θεία λέω να έρθω.» «Πολύ ωραία σε περιμένω» Δεν απέχει και πολύ το σπίτι της από το δικό μου. Μετά από 10 λεπτά περπάτημα ήμουν εκεί. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπαίνω μέσα και κατευθύνομαι προς την κουζίνα. Μου είχε ετοιμάσει ένα πιάτο χοιρινό με πατάτες και δυο τρία μεζεδάκια γύρω. Μιλούσε στο τηλέφωνο η θεία. Μου έδειξε το πιάτο και συνέχισε να μιλάει. Μιλούσαν για κάτι περί μαγειρικής. Μετά από λίγο έρχεται και ο θείος. Είχε πάει τον σκύλο τους για κούρεμα. Ο μισός έμεινε. «Πώς άλλαξε η μούρη του ε;» λέει ο θείος «Ναι το έβρασα τρείς ώρες» λέει η θεία στο τηλέφωνο Πάντως αν βράσεις τον σκύλο 3 ώρες είμαι σίγουρος πως θα αλλάξει η μούρη του. Τελείωσα το φαγητό και λέω να φεύγω. Σηκώνομαι από το τραπέζι. «Ευχαριστώ για το φαί. Γεια σας» «Γεια σου παιδί μου»
Περπατάω δέκα λεπτά και βρίσκομαι πάλι σπίτι. Η ανυπόφορη κατάσταση που επικρατούσε το πρωί έχει βελτιωθεί μετά το παυσίπονο και το πλούσιο δωρεάν γεύμα της θείας. Στο δρόμο σταμάτησα σε ένα περίπτερο και πήραν ένα φθηνό κόκκινο κρασί και μια εξάδα μπύρες. Κάθομαι στον καναπέ. Πιάνω μια μπύρα και την αδειάζω στο ποτήρι μου. Επικρατεί ένα μουντό τοπίο, σαν να λείπει κάτι. Πίνω στα γρήγορα την μπύρα που είχα στο ποτήρι μου. Βάζω στο ποτήρι μου άλλη μια και καθώς την πίνω αρχίζω να χαλαρώνω για τα καλά. Απλώνομαι στον καναπέ και ακουμπάω τα πόδια μου στο σκαμνάκι απέναντι. Ξεκινώ να πλέω σε πελάγη σκέψεων και ξαφνικά χτυπάει πάλι το ρημάδι το τηλέφωνο. Δεν θα με αφήσουν καθόλου στην ησυχία μου σήμερα. Απαντάω. «Ορίστε» «Έλα ρε συ ο Τάκης είμαι» ο Τάκης είναι ένα παιδί από την δουλειά που για κάποιο λόγο νομίζει ότι είμαστε φίλοι. «Τι γίνεται Τάκη όλα καλά;» «Ναι όλα μια χαρά απλώς σε πήρα μπας και μπορούσες να με καλύψεις στην δουλειά μια δυο ώρες» πραγματικά έδωσα αγώνα με τον εαυτό μου για να κρατηθώ και να μην σκάσω στα γέλια «Τάκη μου έχω έρθει στο χωρίο να δω τους γονείς μου και να ταΐσω τις πούλες μου που έχω καιρό να τις δω. Θα γυρίσω το βράδυ δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Θα τα πούμε αύριο στην δουλειά» «Α καλώς»
Το κλείνω. Ένα πράγμα που απεχθάνομαι για τα καλά είναι η γκρίνια. Πολλές φορές έλυνα διάφορα προβλήματα μου για να αποφύγω την καθιερωμένη γκρίνια που συνόδευε αυτά. Ίσως και να ήταν και ο μοναδικός λόγος που έσπευδα να λύσω τα διάφορα προβλήματα μου. Διαφορετικά αν δεν γκρίνιαζε κανείς μπορεί να πνιγόμουν από τις αναποδιές και τις υποχρεώσεις ενώ εγώ ταυτόχρονα θα έπινα το ποτάκι μου και όλα καλά. Καθώς όλα γύρω μου έπαιρναν φωτιά. Ο Τάκης δεν μπορούσε να μου δημιουργήσει κανένα πρόβλημα οπότε τον ξεφορτώθηκα με γοργούς ρυθμούς. Απενεργοποιώ το κινητό για να μην με ενοχλήσει κανείς άλλος.
Σηκώνομαι και βγαίνω στο μπαλκόνι να αγναντέψω το δειλινό. Το αλκοόλ κάνει τα πάντα να μοιάζουν με δραστηριότητα. Ο ουρανός έχει γεμίσει με όλες τις κόκκινες αποχρώσεις που υπάρχουν. Θυμίζει ζωγραφιά. Είναι όμορφη η φύση, ακόμα και εδώ στην γκρίζα πόλη βρίσκει τρόπους να δώσει λίγο χρώμα. Η τέχνη είναι παντού. Οι ποιητές δυστυχώς ή ευτυχώς κρυμμένοι. Η μπύρα είναι ωραία. Όλοι μας έχουμε προβλήματα άλλοι μικρά και άλλοι μεγαλύτερα. Θα μπορούσε να ήταν και χειρότερα. Το ποτό μου τελείωσε και πάω να φτιάξω καινούργιο.







Comments